νε(ο)-

νε(ο)-
και νιο- [ΑΜ νε(ο)-]
α' συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. νέος και στον νεοελλ. τ. νιος. Δηλώνει τις σημασίες: α) τού πρόσφατου, αυτού που έχει συντελεστεί προ ολίγου (πρβλ. νεο-σφαγής, νιό-βγαλτος, νιό-παντρος, νεό-φερτος)
β) τού μεταγενέστερου, τού καινούργιου, αυτού που έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές, τού ανανεωμένου (πρβλ. νεο-λογισμός, νέο-δαρβινισμός, Νεο-έλληνες, νεο-λατινικός, νεο-ορθοδοξία)
γ) τού νέου σε ηλικία (πρβλ. νεό-βλαστος, νεό-γυιος, νεο-ειδής, νεο-ήλιξ). Τα συνθ. αυτά είναι, κατά κανόνα, προσδιοριστικού τύπου (δηλ. το α' συνθετικό προσδιορίζει το β' συνθετικό). Υπάρχει, τέλος, ένας αριθμός συνθέτων που είναι αντιδάνειοι επιστημονικοί όροι (πρβλ. νεολογισμός < γαλλ. neo-logisme, νεοφοβία < γαλλ. neo-phobie).Σύνθ. με νε(ο)-: νεανθής, νέηλυς, νεόγαμος, νεογενής, νεογέννητος, νεογιλός, νεογνός, νεοδίδαχτος, νεόδμητος (Ι), νεοοικοδόμητος, νεόκοπος, νεόκτιστος, νεολαία, νεολαμπής, νεόλεκτος, νεομάρτυς(-ρας), νεόνυμφος, νεόξαντος, νεόξεστος, νεοπαγής, νεόπηκτος, νεόπλουτος, νεοπότιστος, νεοσκαφής, νεοστεφής, νεοσύλλεκτος, νεοσύστατος, νεότευκτος, νεότμητος, νεότοκος, νεοφανής, νεόφρων, νεοφυής, νεόφυτος, νεοφώτιστος
αρχ.
νεάγγελτος, νεαίρετος, νεακόνητος, νεαλδής, νεάλεστος, νεαλής, νεάλωτος, νέανδρος, νεαοιδός, νεαύξητος, νεελαία, νεήκης, νεηκονής, νεήκονος, νεήλατος, νεηλιφής, νεήμελκτος, νεήπιος, νεήτομος, νεήφατος, νεοαρδής, νεοαυξής, νεοαύξητος, νεόβακχος, νεόβλεπτος, νεόβορος, νεόβουλος, νεόβροχος, νεοβρώς, νεογάλαξ, νεογλαγής, νεόγληνος, νεογλυφής, νεόγραπτος, νεόγραφος, νεογύνης, νεοδάκρυτος, νεοδάμαστος, νεοδαμώδης, νεόδαρτος, νεοδμής, νεόδμητος (ΙΙ), νεοδόμητος, νεόδορος, νεοδουπής, νεοδρεπής, νεόδρεπτος, νεόδρομος, νεόδροπος, νεοειδής, νεοεργής, νεόζευκτος, νεοζυγής, νεόζυγος, νεόζυξ, νεοήλιξ, νεόθαπτος, νεοθηγής, νεόθηκτος, νεοθηλής (Ι), νεοθηλής (ΙΙ), νεοθήξ, νεοθήρατος, νεοθήρευτος, νεόθηρος, νεοθλιβής, νεοθνής, νεόθρεπτος, νεόθριξ, νεόθυτος, νεόοικος, νεοκάθαρτος, νεοκάτοικος, νεοκάττυτος, νεόκαυστος, νεοκέλαδος, νεοκέντητος, νεοκένωτος, νεοκηδής, νεοκίνησις, νεοκλαδής, νεόκλητος, νεόκλωστος, νεοκμής, νεόκμητος, νεοκονίατος, νεόκοπτος, νεόκοσμος, νεόκοτος, νεόκουρος, νεόκουφον, νεοκράς, νεόκρατος, νεόκριτος, νεόκροτος, νεόκτητος, νεόκτονος, νεόκτυπος, νεόλεκτρος, νεόληπτος, νεόλουτος, νεόλοχος, νεόλυτος, νεολώφητος, νεομάλακτος, νεόμηνος, νεόμυστος, νεόξυστος, νεοπαθής, νεοπειθής, νεοπένης, νεοπενθής, νεόπεπτος, νεοπευθής, νεοπηγής, νεοπήγνυτος, νεόπηξ, νεόπιστος, νεοπλανήτης, νεοπλαστής, νεοπλεκής, νεόπλεκτος, νεόπληκτος, νεόπλυτος, νεόπνευστος, νεοποίκιλος, νεοποιός, νεόπολις, νεόποτος, νεοπραγώ, νεοπρεπής, νεόπριστος, νεοπροσήλυτος, νεοπτορθής, νεορραγής, νεόρραντος, νεόρραπτος, νεορραφής, νεόρρυτος (Ι), νέορτος, νεοσκύλευτος, νεοσμίλευτος, νεόσοφος, νεοσπαδής, νεοσπάρακτος, νεοσπάς, νεόσπειστος, νεόσπορος, νεοσταθής, νεόστεπτος, νεοστράτευτος, νεόστρατος, νεόστροφος, νεοσύλλογος, νεοσύνθετος, νεοσύντακτος, νεοσφαγής, νεοσφάδαστος, νεόσφακτος, νεοσφάξ, νεοσχιδής, νεοταφής, νεοτελής, νεοτερπής, νεότικτος, νεοτόκος, νεότομος, νεοτρεφής, νεότρητος, νεοτριβής, νεότριπτος, νεότρωτος, νεότυρος, νεουργής, νεουργός (II), νεοφεγγής, νεόφθαρτος, νεόφθιτος, νεόφοιτος, νεόφονος, νεοχάλκευτος, νεοχάρακτος, νεόχνους, νεόχρηστος, νεόχυτος, νεόχωτος, νεόψηφος, νεώνητος, νεώροφος, νεώρυκτος, νεώψ αρχ.-μσν. νέαρχος, νεόβδαλτος, νεοβλαστής, νεόβλαστος, νεοθανής, νεόθλιπτος, νεόσμηκτος, νεόστατος, νεοφύρατος, νεόχριστος
μσν.
νεαμελγής, νεέκδορος, νεηλεχής, νεοβάπτιστος, νεόβλυτος, νεόγαμβρος, νεογόμφωτος, νεόγονος, νεόδοξος, νεόζυμος, νεοκαής, νεοκήρυξ, νεομάχος, νεομόσχευτος, νεόνεκρος, νεοπάτητος, νεόπλαστος, νεοπλούσιος, νεόπτορθος, νεοταγής, νεότονος, νεοτύπωτος, νεόφθογγος
μσν.- νεοελλ.
νεοΰφαντος
νεοελλ.
νεαποστολικός, νεάργυρος, νεάρθρωση, νεοανθρωπισμός, νεοαποικιοκρατία, νεοαρκτικός, νεοαττικός, νεοβαβυλωνιακός, νεοβαμμένος, νεόβγαλτος, νεοβόρειος, νεόγαια, νεογλυκόζη, νεογοτθικός, νεοδαρβινισμός, νεοδιόριστος, νεοεβραϊκή, νεοελληνικός, νεοζωισμός, νεοθέριστος, νεοθετικισμός, νεοκαθιέρωτος, νεοκαθολικός, νεοκαπιταλισμός, νεοκλασικισμός, νεοκλασικός, νεόκτιστος, νεοκύτταρο, νεολατίνος, νεολιθικός, νεολογισμός, νεολόγος, νεολουθηρανός, νεομαρξισμός, νεομπαρόκ, νεοναζισμός, νεοορθοδοξία, νεοπερσικός, νεοπλασία, νεόπλασμα, νεοπλατωνικός, νεοπυθαγορισμός, νεορεαλισμός, νεορομαντισμός, νεοσκαμμένος, νεόσκαπτος, νεοσλαβισμός, νεοσπαραγμένος, νεοσχηματισμός, νεοσχολαστικισμός, νεότουρκοι, νεοτροπικός, νεοφασισμός, νεοφερμένος, νεόφερτος, νεοφιλελεύθερος, νεοφοβία, νεοφυτικός, νεοχριστιανισμός.Σύνθ. με νιο-: νεοελλ. νιοβαμμένος, νιόβγαλτος, νιόβλαστος, νιόγαμπρος, νιογέννητος, νιοθέριστος, νιόκαστρο, νιόκοπος, νιόνυμφος, νιόξαντος, νιόξεστος, νιόπαντρος, νιόσκαπτος, νιοσπαρμένος, νιόσπαρτος, νιόφαντος, νιοφερμένος, νιόφερτος, νιοφώτιστος, νιόχτιστος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”